ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΕΤΡΑΣ

Εἶναι τύπος τῆς Ἐκκλησίας τό Μοναστήρι, εἶναι μία ὁλόκληρη Ἐκκλησία, εἶναι μία σύναξις αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, ὁ Γέροντας, ὁ Ἡγούμενος, εἶναι εἰς τόν τύπον τοῦ Θεοῦ, εἶναι εἰς τήν θέσιν τοῦ Χριστοῦ, καί ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι ἀποτελοῦν τήν παράταξιν τῶν Ἁγίων, εἶτε ζοῦν, εἶτε δέν ζοῦν. Εἶναι δηλαδή ἕνα μυστήριο τό Μοναστήρι, καί ἑπομένως, ὁ Γέροντας εἶναι τό ὁρατόν στοιχεῖον τοῦ μυστηρίου, πού κρύβει τόν ἀόρατον παράγοντα, τόν Θεόν, καί ὅ,τι ὑπάρχει μέσα στήν Ἐκκλησία τό ὁποῖο δέν φαίνεται, ἀλλά νοεῖται. Ἀφοῦ, λοιπόν, εἶναι τόσον μυστηριακή καί τόσον σπουδαία ἡ ζωή, καταλαβαίνετε, σημαίνει ὅτι αὐτός εἶναι καί ὁ χειραγωγός, εἶναι ὁ πλάστης αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων πού θά πρέπῃ νά ἀφομοιωθοῦν μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Γέροντας, ἑπομένως, δέν ἔχει σκοπό μόνον τό φαγητό, τίς καθημερινές ἀνάγκες τῆς Ἀδελφότητος, ὅ,τι ὑλικό χρειάζεται, πρό πάντων ὅμως, εἶναι αὐτός πού μυσταγωγεῖ τάς ψυχάς, γιά νά μπορέσουν νά ὁδηγηθοῦν μέχρι τήν τελειότητα τῆς μυστικῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεόν, διότι ὅπως καταλάβατε, εἶναι μία πολιτεία ἕνα Μοναστήρι, εἶναι μία κοινωνία ἀληθινή, εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ παραδείσου, εἶναι ἡ κοινωνία τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, εἶναι ἡ κοινωνία ὅλων τῶν Ἁγίων, εἰς τήν ὁποίαν ὁ κάθε πιστός, ὁ κάθε μοναχός ἐν προκειμένῳ, ἔχει ἀπόλυτα δικαιώματα εἰς τήν ζωήν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ὁ Χριστός ἔχει ἀπόλυτα δικαιώματα εἰς τήν κάθε ψυχή. Καί σιγά- σιγά, θά τόν πάρῃ τόν μοναχό, νά τόν ἀναγάγῃ, ἄς ποῦμε, θά τοῦ δώσῃ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ, καί τά πάντα τά κάνει ἡ χάρις μέσα στήν μυστική ζωή, ὥστε ὄχι ἁπλῶς νά εἶναι ἕνας προσδοκώμενος ὁ Χριστός, ἀλλά νά γίνῃ καί ἕνας προσφωνούμενος, νά μάθῃ νά φωνῇ τόν διδάσκαλον, τόν Κύριον, ὁ μοναχός. Νά ἔχῃ τήν οἰκειότητα, τήν φιλίαν, ὅπως ἀκριβῶς τήν εἶχε ὁ ἀποστολικός χορός. Καί τελικῶς, μέ ὅλον αὐτόν τόν καθημερινόν κόπον τόν δικόν του καί ὅλο τό σκήψιμο τῆς Παναγίας Τριάδος ἐπάνω στό Μοναστήρι, νά ἐπιτευχθῇ τό ἄλλο, ἡ αἴσθησις τοῦ Θεοῦ ὡς ζῶντος, ὡς συνῶντος, ὡς συπεριπατοῦντος, συνανισταμένου, συγκοιταζομένου, νά κοιμᾶται μαζύ μέ τούς μαθητάς, τούς μοναχούς, νά σηκώνεται, νά περιπατῇ, νά εἶναι μία πλήρης κοινωνία Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ἔτσι, ὁ Γέροντας στήν πραγματικότητα εἶναι αὐτός πού δίνει τά χέρια του, τά ὁποῖα παριστάνουν τόν μαθητήν, τόν μοναχόν, εἰς τόν Κύριον, αὐτός ὁ ὁποῖος κατεβάζει τόν Χριστόν καί ἑνοποιεῖ αὐτά τά διεστῶτα, τά oὐράνια καί τά ἐπίγεια, καί τά κάνει νά γίνεται ἕνας ἀληθινός χορός. Αὐτός εἶναι ὁ πραγματικός σκοπός, καί αὐτή εἶναι ἡ αἴσθησις περί τοῦ Γέροντος πού ἔχουνε οἱ μοναχοί. Γι’ αὐτό καί ὑπάρχει πειθαρχία, ὑπακοή πού βλέπετε, ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγάπη, αὐτό τό δόσιμο, αὐτή ἡ ἐμπιστοσύνη, πού δέν παρέχεται εἰς τόν ἄνθρωπο ἀλλά ἀκριβῶς εἰς τόν Χριστόν. Ἔχουν ὅλοι τήν αἴσθησιν αὐτήν, τήν μυστηριακήν καί τήν μυστικήν, πού γίνεται ἀνάμεσά τους, διότι αὐτός εἶναι ὄχι ἕνα πρόσωπο σημερινό γιά τό Μοναστήρι, ἀλλά εἶναι αὐτός ποὺ βγαίνει μέσα ἀπό τό ποτάμι τῆς παραδόσεως τῆς ὁρθοδόξου, εἶναι αὐτός πού ἐκπηγάζει μέσα ἀπό τό τρέξιμο τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ὅσο τίποτε καί ἐάν εἶναι ἄνθρωπος ἐκεῖνος, καταργεῖται ἡ αἴσθησις τῆς ἀνθρωπότητος μέσα στό Μοναστήρι. Βιοῖ μέν ἀληθινά, πλήρως, ζωντανός ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ἐκεῖνος πού προσλαμβάνεται ἀπό τόν Θεόν, καί ἑπομένως, δέν ἔχει τήν βίωσιν ἐνός παρόντος κόσμου, ἀλλά ἐνῶ περιπατεῖ στήν γῆν, κατά κάποιον τρόπον, νοιώθει ὅτι ἡ κεφαλή του εἶναι εἰς τόν οὐρανό, ὅτι βιοῖ τόν οὐρανόν, ὅτι βιοῖ τόν Θεόν.

Ὁ Γέροντας Διονύσιος μέ τόν Γέροντά του, τόν Γέροντα Αἰμιλιανό, Μετέωρον Πάσχα 1970